ἅλλομαι

ἅλλομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `spring, leap' (Il.).
Other forms: Aor. ἀλτο (Hom.) Aeolic form with augment? (Schwyzer 751 with n. 1)
Compounds: προαλης (Hom.) `sloping, rushing forward'
Derivatives: ἅλμα `jump' (Hom.). ἁλτήρ (Crates Com.) in sports `weights kept in the hands while jumping'.
Origin: IE [Indo-European] [899] *sel- `spring'
Etymology: From *ἅλ-ιομαι. Identical with Lat. salio (\< *sl̥-i-; *sal- is impossible, as PIE had no phoneme a.). Further perhaps to Skt. ásaram `run, rush' (Narten MSS 26 (1969) 77ff.) Very doubtful OCS slьpati `ἅλλομαι', Slov. slâp (\< *solpo-) `(water)fall, wave'; a root-enlargement -p- is rare in IE. - See on πάλλομαι.
Page in Frisk: 1,76

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άλλομαι — ἅλλομαι (Α) 1. (για έμψυχα και άψυχα) αναπηδώ, σκιρτώ, τινάζομαι 2. υπερβαίνω, υπερπηδώ 3. (για ήχο) ξεπηδώ, αντηχώ 4. (για μέλη τού ανθρώπινου σώματος) πάλλομαι, τρέμω 5. φρ. «ἅλλομαι ἐπί τινι», εφορμώ, επιτίθεμαι εναντίον κάποιου 6. στη… …   Dictionary of Greek

  • ἅλλομαι — sal pres ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλλομένων — ἅλλομαι sal pres part mid fem gen pl ἅλλομαι sal pres part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλλόμενον — ἅλλομαι sal pres part mid masc acc sg ἅλλομαι sal pres part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλόμενον — ἅλλομαι sal aor part mid masc acc sg ἅλλομαι sal aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἆλτο — ἅλλομαι sal aor ind mp 3rd sg (epic) ἅλλομαι sal aor ind mid 3rd sg (homeric doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡλάμεθα — ἅλλομαι sal aor ind mid 1st pl ἅλλομαι sal aor ind mid 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡλάμεσθα — ἅλλομαι sal aor ind mid 1st pl ἅλλομαι sal aor ind mid 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡλάμην — ἅλλομαι sal aor ind mid 1st sg ἅλλομαι sal aor ind mid 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥλαντο — ἅλλομαι sal aor ind mid 3rd pl ἅλλομαι sal aor ind mid 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥλαο — ἅλλομαι sal aor ind mid 2nd sg (epic) ἅλλομαι sal aor ind mid 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.